Του Γιάννη Κωνσταντινίδη*
Λίγες είναι οι μέρες του τελευταίου διμήνου στις οποίες δεν έχουν έρθει στη δημοσιότητα ευρήματα πρόθεσης ψήφου μιας εταιρείας ερευνών. Ατελείωτες είναι οι ώρες τηλεοπτικού και ραδιοφωνικού χρόνου και οι σελίδες στον τύπο που έχουν παραχωρηθεί για την αξιολόγηση των ευρημάτων αυτών. «Το τοπίο είναι ρευστό», θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος, και συνεπώς οι καταγραφές είναι πολύ χρήσιμες. Χρήσιμες για ποιο πράγμα όμως; Για τον ατέρμονο σχολιασμό του πολιτικού αδιεξόδου ή για την ίδια την επίλυση του αδιεξόδου; Μάλλον όχι για το δεύτερο.
Οι αλλεπάλληλες δημοσκοπικές διαπιστώσεις της συρρίκνωσης της απήχησης του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ, των δύο πρώην κυβερνητικών κομμάτων της αντιπολίτευσης έχουν εγκλωβίσει τα δύο κόμματα στην εσωστρέφεια και έχουν ενεργοποιήσει τα ρήγματα που άφησαν οι εσωκομματικές εκλογές για την ηγεσία και στα δύο κόμματα. Ιδιαιτέρως στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ, η επιστροφή σε ποσοστά της τάξης εκείνης που το κόμμα κατέγραφε προ του 2010 οδήγησε τη νέα ηγεσία του στην απεγνωσμένη -και πολιτικά μη ώριμη και για αυτό ατυχή- πρόταση συνεργασίας με το ΠΑΣΟΚ.
Παράλληλα, η καθημερινώς καταγραφόμενη δημοσκοπική εκτόξευση της Πλεύσης Ελευθερίας σε ποσοστά πενταπλάσια της δύναμης του 2023 φουσκώνει τη βαθιά πεποίθηση της Προέδρου της ότι η εκλογική επιτυχία είναι εφικτή μέσω μιας μονοπρόσωπης και συνάμα προγραμματικά απαίδευτης πρότασης. Την ίδια στιγμή, η εμπέδωση της επιτυχίας της Πλεύσης Ελευθερίας κατευθύνει την όποια συζήτηση για την εύρεση εναλλακτικών λύσεων διακυβέρνησης σε στείρες διαπιστώσεις για την επιστροφή της αντί-συστημικότητας της πρώτης περιόδου των μνημονίων.
Η δημοσκοπική επιβεβαίωση της αποτυχίας του πειράματος της Νέας Αριστεράς οδηγεί τους πρώην υπουργούς της κυβέρνησης Τσίπρα σε παρασκήνιο συνομιλιών που θα δρομολογούν την άτακτη οπισθοχώρησή τους στο πατρικό κόμμα, ενώ η αντίστοιχη του πειράματος Κασσελάκη οδηγεί απλώς στην οριστική λήθη τη μισή ντουζίνα βουλευτών που τον ακολούθησαν.
Ακόμα και η επαναλαμβανόμενη διαπίστωση της απώλειας του 35% της δύναμης της ΝΔ από το 2023 μέχρι σήμερα δεν είναι χρήσιμη για τη ΝΔ γιατί αφενός αφελώς συγκρίνει το ποσοστό της με τους υπόλοιπους, αφετέρου δεν ξέρει ποιοι της έμειναν και ποιοι της έφυγαν. Είναι πολύ διαφορετικό να της έφυγαν πολιτικά ταυτισμένοι με τη συντηρητική δεξιά επειδή η ηγεσία της κινείται κεντρομόλα, και πολύ διαφορετικό να της έφυγαν μη ταυτισμένοι και πολιτικά αποξενωμένοι ψηφοφόροι που ρέουν με ευκολία μεταξύ κομμάτων. Οι πρώτοι είναι διαχειρίσιμοι με το επιχείρημα της διατήρησης της εξουσίας, των επιδομάτων και των pass ή της στιγμιαίας σκλήρυνσης της θέσης μας απέναντι στον Ερντογάν. Οι δεύτεροι είναι ανεξέλεγκτοι γιατί δεν είχαν κανέναν κομματικό ανάχωμα στη φυσική οργή και στον φόβο που τους προκάλεσε τόσο το ίδιο το δυστύχημα, όσο και η μετέπειτα διαχείρισή του από την κυβέρνηση. Οργή και φόβος που ήρθαν επάνω στην πεποίθησή τους ότι όλοι οι πολιτικοί κοιτάζουν μόνο το συμφέρον τους, έστω και αν ψήφισαν και ξαναψήφισαν τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δύσκολος συνδυασμός. Ο οποίος σε κάθε περίπτωση δεν λύνεται με τη συνεχή καταγραφή των ποσοστών πρόθεσης ψήφου.
Όλα μα όλα τα κόμματα έχουν «κολλήσει» στον βάλτο των ποσοστών που τους μοιράζουν αφειδώς οι δημοσκοπήσεις και άρα στη μικρό-διαχείριση των εντυπώσεων της ημέρας. Ποιος θα γεννήσει πολιτικές και ιδέες που θα φαντάζουν, έστω, ως εναλλακτική; Και όσο τα κόμματα θα γυρίζουν γύρω από τα νούμερα της ημέρας, ένα εκλογικό σώμα που εκφράζει εμφανή δυσανεξία έναντι της κυβέρνησης της ΝΔ θα αναζητά στα τυφλά την εναλλακτική με προφανή κίνδυνο να παραπατήσει άσχημα. Τελικά, οι δημοσκοπήσεις ίσως βλάπτουν σοβαρά την (πολιτική) μας υγεία.
*Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας