Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στην εξουσία το 2025 δεν αποτελεί μόνο ένα πολιτικό γεγονός για τις ΗΠΑ, αλλά αναδιαμορφώνει τον παγκόσμιο εμπορικό χάρτη, μετατοπίζοντας το κέντρο βάρους της διεθνούς οικονομικής πολιτικής από τη συνεργασία στον ανταγωνισμό και από το ελεύθερο εμπόριο στον προστατευτισμό.
Η πρόσφατη εξαγγελία για την επιβολή νέου πακέτου δασμών, με στόχο τις εισαγωγές από την Κίνα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τον Καναδά, σε μία σειρά από προϊόντα όπως π.χ ο χάλυβας για την βιομηχανία, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πολιτικό αφήγημα που αφορά στην ανασύσταση της αμερικανικής κυριαρχίας μέσα από την οικονομική αυτονομία.
Ο πρόεδρος Τραμπ επιλέγει να μετατρέψει το διεθνές εμπόριο σε ένα πεδίο πολιτικής αναμέτρησης, με έμφαση στην επιχειρηματικότητα, προβάλλοντας την ασφάλεια, την εργασία και την εγχώρια παραγωγή ως ανώτερες αξίες από την παγκόσμια αλληλεξάρτηση.
Πρέπει να τονιστεί πως οι επιπτώσεις της επιλογής του προστατευτισμού δεν περιορίζονται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό των ΗΠΑ, καθώς η απάντηση των εταίρων χωρών είναι ήδη άμεση και πολιτικά φορτισμένη.
Η Κίνα για παράδειγμα που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζεται από τις ΗΠΑ όχι απλώς ως εμπορικός ανταγωνιστής αλλά ως γεωπολιτικός αντίπαλος, βλέπει στους νέους δασμούς μια στρατηγική απόπειρα περιορισμού της οικονομικής της ανόδου. Οι απαντήσεις της δεν είναι μόνο εμπορικές αλλά και τεχνολογικές, με επενδύσεις στην αυτάρκεια ημιαγωγών αλλά και σημαντικές επενδύσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης.
Από την πλευρά της, η ΕΕ, αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να στηρίζεται στην εμπορική της σχέση με τις ΗΠΑ χωρίς οφέλη και αμοιβαιότητα, προχωρά και εκείνη σταδιακά σε αντίμετρα, που πλέον εντάσσονται σε ένα νέο πολιτικό αφήγημα ευρωπαϊκής αυτοδυναμίας. Επίσης ο Καναδάς, αν και παραδοσιακός σύμμαχος των ΗΠΑ, προειδοποιεί για το ρήγμα που δημιουργείται στο πλαίσιο της βορειοαμερικανικής οικονομικής συνεργασίας μετά την επιβολή δασμών και στις δικές του εξαγωγές.
Πλέον το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο αυτή η οικονομική στρατηγική εξυπηρετεί μακροπρόθεσμα την αμερικανική οικονομία. Βραχυπρόθεσμα, μπορεί να προσφέρει πολιτικά οφέλη, ιδίως σε πολιτείες με ισχυρή βιομηχανική βάση, παρουσιάζοντας μια εικόνα προάσπισης των εργαζομένων και ανάκτησης της παραγωγής.
Παρόλα αυτά, οι οικονομικοί δείκτες διαχρονικά αποκαλύπτουν διαφορετικά συμπεράσματα, καθώς ο πληθωρισμός αυξάνεται, ως αποτέλεσμα της ανατίμησης των εισαγόμενων πρώτων υλών και προϊόντων, πλήττοντας κυρίως τα ασθενέστερα νοικοκυριά. Εκτός αυτού, η ανεργία, αν και ενδέχεται να μειωθεί τοπικά, αυξάνεται σε τομείς που εξαρτώνται από τις εξαγωγές ή τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ το δημοσιονομικό χρέος διευρύνεται, καθώς η κυβέρνηση καλείται να αντισταθμίσει τις απώλειες με φορολογικές ελαφρύνσεις ή επιδοτήσεις. Την ίδια στιγμή, το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν βελτιώνεται ουσιαστικά, αφού τα αντίποινα πλήττουν εξίσου τις αμερικανικές εξαγωγές, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα των περιορισμένων εισαγωγών.
Σε κάθε περίπτωση, η κατάσταση με τους αυξημένους δασμούς σε όλα σχεδόν τα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας, διαμορφώνει ένα παγκόσμιο περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας με υψηλότερο πληθωρισμό, αυξημένο κόστος χρήματος και ανεργία.
Όπως όλα δείχνουν, ο εμπορικός πόλεμος επεκτείνεται στην τεχνολογία, στα νομισματικά εργαλεία αλλά και στην ενεργειακή πολιτική. Αν δεν υπάρξει κάποιου είδους συμβιβασμός το επόμενο διάστημα κυρίως από τους μεγάλους παίκτες της αγοράς, ο κόσμος θα μετατραπεί σε ένα σύστημα ανταγωνιστικών ζωνών επιρροής, όπου κάθε περιφέρεια θα προσπαθεί να εξασφαλίσει την αυτάρκειά της, δημιουργώντας αποσύνδεση σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι σπάνιες γαίες ή η ενέργεια.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η πολιτική των δασμών που προωθείται από τη νέα αμερικανική ηγεσία, αποτελεί έκφραση ενός ολόκληρου πολιτικού οικοδομήματος που απορρίπτει τη μεταπολεμική διεθνή τάξη, επιλέγοντας την ισχύ έναντι της συνεργασίας και της αλληλεξάρτησης. Αν αυτή η τάση γενικευτεί, οι συνέπειες δεν θα είναι μόνο οικονομικές, αλλά ενδέχεται να απειλήσουν την ίδια τη σταθερότητα της παγκόσμιας οικονομίας.
Ο Μελέτης Ρεντούμης είναι οικονομολόγος τραπεζικός