Με βάση την τελευταία μέτρηση της Marc (Ant1) η Πλεύση Ελευθερίας πενταπλασιάζει (!) το ποσοστό της, “πιάνει” περίπου 16,5% και αφήνει (σε άλλη μία έρευνα) πίσω της το ΠΑΣΟΚ που ασθμαίνει σε ποσοστά εκλογών του 2023. Το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της επιρροής της η Ζωή Κωνσταντοπούλου το κερδίζει στο χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο έως σήμερα, ήτοι στο διάστημα της μεγάλης λαϊκής έκρηξης για την τραγωδία των Τεμπών.
Η λαϊκή δυσαρέσκεια παρασύρει όλα τα κόμματα που άσκησαν διακυβέρνηση. Η Ν.Δ, στο ίδιο διάστημα, χάνει (ανάλογα την έρευνα) από 2 έως και 5 μονάδες, το ΠΑΣΟΚ έως και 9 μονάδες (από το 20% που είχε φτάσει μετά την επανεκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη), το ΣΥΡΙΖΑ έως και δύο μονάδες, μη μπορώντας να εξαργυρώσει την ηρεμία και “πολιτικότητα” που έφερε η εκλογή του Σωκράτη Φάμελλου.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να εγκαταστήσει ένα νέο άτυπο διπολισμό που θα αποτελέσει εφαλτήριο για το εκλογικό δίλημμα που θα διατυπωθεί στον κατάλληλο χρόνο. Απέναντι στη Ν.Δ που δημσκοπικά βρίσκεται κάτω, ή στην καλύτερη περίπτωση ελάχιστα πάνω, από το ποσοστό των ευρωεκλογών (28%), ορθώνεται η Πλεύση Ελευθερίας. Ήτοι, για το κυβερνητικό αφήγημα, το “κόμμα της δραχμής”, μία αρχηγός που εργαλειοποιεί τα Τέμπη και η οποία δεν διαθέτει ούτε ψήγμα κυβερνητικής πρότασης.
Όταν φτάσει η ώρα και εφόσον η μετεωρική άνοδος της Πλεύσης Ελευθερίας συνεχιστεί, το “Μητσοτάκης ή χάος”, θα μεταφραστεί σε Κωνσταντοπούλου=χάος και θεωρείται λογικό (…) ότι η ανάγκη για πολιτική σταθερότητα θα επαναφέρει τη Ν.Δ στην εξουσία με αυτοδυναμία, μετά, ίσως, από μία δεύτερη εκλογική αναμέτρηση.
Αυτό που αποδομείται, όμως, είναι το ίδιο το πολιτικό σύστημα. Η Ν.Δ, σε αυτό το σενάριο, θα εξέλθει πιθανώς με μία ακόμα εκλογική νίκη, ακρωτηριασμένη, όμως, πολιτικά και με μία “ταυτότητα” απλής εκλογικής διάσωσης και όχι ουσιαστικής προοπτικής για την ίδια τη χώρα.
Εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης λογικά επιθυμεί να νικήσει ξανά (τρίτη φορά στη συνέχεια…), θα ήταν καλύτερο να νικήσει έχοντας απέναντι έναν πολιτικό αντίπαλο με εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Θα ήταν πιό υγιές, ιδιαίτερα εάν τα πολιτικά κόμμα διακυβέρνησης είχαν στο μεταξύ αντιληφθεί το μήνυμα της κοινωνίας και το ταραγμένο διεθνές περιβάλλον.
Αυτό, ωστόσο, λιγότερο αφορά τον ίδιο τον πρωθυπουργό, περισσότερο θα έπρεπε να αφορά τα κόμματα της κεντροαριστεράς. Δεν θα συμβεί, όμως, τουλάχιστον όχι πριν φτάσουμε στο φθινόπωρο. Εκεί, εφόσον το δημοσκοπικό αποτύπωμα παραμείνει περίπου το ίδιο, το ΠΑΣΟΚ θα διαπιστώσει επώδυνα ότι το αφήγημα πως μπορεί να νικήσει τη Ν.Δ καταρρέει. Και θα προκύψει το δίλημμα: δεύτερο κόμμα με δίλημμα συγκυβέρνησης με τη Ν.Δ προ του κινδύνου αστάθειας, ή αλλαγή γραμμής πλεύσης και αποδοχή του σεναρίου σύμπηξης εκλογικού μετώπου με άλλα κόμματα, ώστε να υπάρξει ικανό αντίπαλο δέος;
Στον ίδιο χρόνο θα καταστεί ακόμα πιό επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας ενός νέου πολιτικού κόμματος που μπορεί να ενώσει στην κοινωνική βάση, ίσως και οργανωτικά, τα κόμματα της κεντροαριστεράς. Ο αφορισμός “δεν υπάρχουν μεσσίες”, που ακούγεται από κάποια στελέχη του παλαιότερου ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ, ή ακόμα και οι απειλές της Ζωής Κωνσταντοπούλου “να μείνει στο λαγούμι του”, βάζουν στο κάδρο τον Αλέξη Τσίπρα.
Μπορεί, όμως, να απαντήσει στην ανάγκη ύπαρξης αντίπαλου πόλου; Ναι, εφόσον αντιληφθεί ότι η επιστροφή δεν σημαίνει και άμεση εκλογική επικράτηση. Θα απαιτηθεί πιθανότατα περισσότερος χρόνος και βαθιές αλλαγές στη δομή του πολιτικού συστήματος. Θα “φάει ξύλο”, είναι βέβαιο, κι αυτό επειδή στην όποια συσπείρωση επιτύχει, θα υπάρξει και η ανάλογη αντισυσπείρωση.
Αλλιώς, το δίλημμα του Κυριάκου Μητσοτάκη περί …χάους, θα αποκτήσει υπόσταση και λογική.