“Οι δασμοί είναι μόνο η αρχή. Η συνέχεια θα είναι η υποτίμηση του νομίσματος. Πιθανόν και η αύξηση των επιτοκίων, η οποία θα οδηγήσει σε αλυσωτές χρεοκοπίες, τράπεζες, funds και ολοκληρες χώρες – το έχει ξανακάνει αυτό η Αμερική, με άλλους προέδρους, που παρεμπιπτόντως χαίρουν κάθε εκτίμησης στη μνήμη μας. Είναι εντελώς ανήθικο αλλά εφικτό” γράφει σε ανάρτησή του στo Facebook ο Χρήστος Κίσσας σύμβουλος στρατηγικής με ειδίκευση στις διεθνείς χρηματοδοτήσεις και την πράσινη ανάπτυξη.
Ολόκληρη η ανάρτηση του Χρ. Κίσσα:
Να γράψω κι εγώ κάποιες σκέψεις για την αναστάτωση που έχει προκληθεί στην παγκόσμια οικονομία και γι αυτό που βλέπω να έρχεται, με την υποσημείωση ότι δεν πρόκειται για κάποια επιστημονική και τεκμηριωμένη άποψη, (αυτά τα γράφουν οι σοβαροί οικονομολόγοι), αλλά για την εντελώς υποκειμενική μου γνώμη, που όμως βασίζεται στα 40 περίπου χρόνια που παρατηρώ τις διεθνείς εξελίξεις.
Το ζήτημα ξεκινά στη βάση του από τη μεγάλη Αντίφαση που χαρακτηρίζει σήμερα τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι ΗΠΑ είναι η ισχυρότερη χώρα του κόσμου (και ιστορικά η ισχυρότερη που γνώρισε η ανθρωπότητα), όχι μόνο από στρατιωτικής πλευράς, αλλά κυρίως χάρη στα τεράστια πλεονεκτήματα που έχει σε σχέση με όλες τις άλλες χώρες: το παγκόσμιο αποθετικό νόμισμα, πάνω στο οποίο στηρίζεται το λεγόμενο “εξωφρενικό προνόμιο” (the exorbitant privilege), η δυνατότητα δηλαδή να δημιουργεί χρήμα και να εκδίδει τίτλους χωρίς περιορισμό· τον έλεγχο των διεθνών χρηματαγορών μέσω μερικών δεκάδων οργανισμών, τραπεζών και funds που είναι όλα άμεσα ή έμμεσα αμερικανικά· τον έλεγχο της ψηφιακής τεχνολογίας, σε μια εποχή που όλη η ζωή μας γίνεται ψηφιακή και εξαρτάται απ’ αυτή την τεχνολογία. Από την άλλη πλευρά, η αμερικανική οικονομία βρίσκεται σε τραγική κατάσταση: το αμερικανικό Δημόσιο για να λειτουργήσει “παράγει” έλλειμμα 2 τρισεκατομμύρια δολάρια το χρόνο· αυτό το έλλειμμα προστίθεται κάθε χρόνο στο δημόσιο χρέος της χώρας, το οποίο έχει φτάσει αισίως τα 36 τρισεκατομμύρια δολάρια, (36 χιλιάδες δισεκατομμύρια δολάρια) ενώ δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να συγκρατηθεί· το έλλειμμα του εξωτερικού εμπορίου έχει φτάσει κοντά στο ένα τρισ. και η πορεία του είναι εκρηκτική· ειδικά με ορισμένες χώρες, με το Μεξικό για παράδειγμα, το έλλειμμα διπλασιάστηκε μέσα σε έξι χρόνια, από 78 δισ. το 2018 σε 172 δισ. το 2024 – πόσο θα είναι το 2030; Με δυο λόγια, έχουμε την ισχυρότερη χώρα του κόσμου, σε πορεία οικονομικής καταστροφής. Αυτή είναι η μεγάλη αντίφαση που ορίζει τις εξελίξεις.
Το ερώτημα είναι τί πρέπει να γίνει, ποιά είναι η λύση; Λογικά, η μόνη εφικτή λύση θα ήταν να μπει η αμερικανική οικονομία σε ένα πλαίσιο αντίστοιχο με αυτό των “Μνημονίων” που γνώρισε η Ελλάδα. Μια σκληρή πολιτική λιτότητας, με δραστικό περιορισμό των δαπανών (με πρώτες τις τεράστιες στρατιωτικές δαπάνες), περιορισμό της κοινωνικής πολιτικής, κλπ. Συγχρόνως, υποτίμηση του νομίσματος –οι γνωστές συνταγές, δεν χρειάζεται να κουράζουμε με αυτά αφού όλοι πλέον τα γνωρίζουν. Και πάμε στο επόμενο ερώτημα: τα αντέχει αυτά η αμερικανική κοινωνία; Μια υπερχρεωμένη σε στεγαστικά, καταναλωτικά και φοιτητικά δάνεια κοινωνία, που δεν έχει ακόμα συνέλθει απ’ την κρίση του 2008 η οποία σάρωσε τη μεσαία τάξη, με διαρρηγμένο κοινωνικό συμβόλαιο και συσσωρευμένη οργή. Μια κοινωνία που ψήφισε αντι-συστημικά για να εκδικηθεί την ελίτ της, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για τα σημερινά της προβλήματα. Κι αφού η πολιτική της σκληρής λιτότητας δεν είναι εφικτή, ποιά είναι η άλλη λύση;
Η άλλη λύση είναι ο Τραμπ. Ο άνθρωπος που θα κάνει την Αμερική great again, με έναν εντελώς αντισυμβατικό τρόπο: λύνοντας τη μεγάλη αντίφαση. Χρησιμοποιώντας δηλαδή όλη την ισχύ της Αμερικής εναντίον του υπόλοιπου κόσμου· δημιουργώντας χάος και εκβιάζοντας τους εμπορικούς της εταίρους και αντιπάλους να δεχτούν όρους που θα οδηγήσουν σε μια γιγαντιαία μεταφορά πόρων στις ΗΠΑ, κάτω από το φόβο της ολικής καταστροφής. Έχει στα χέρια του πολύ μεγάλα όπλα. Οι δασμοί είναι μόνο η αρχή. Η συνέχεια θα είναι η υποτίμηση του νομίσματος. Πιθανόν και η αύξηση των επιτοκίων, η οποία θα οδηγήσει σε αλυσωτές χρεοκοπίες, τράπεζες, funds και ολοκληρες χώρες — το έχει ξανακάνει αυτό η Αμερική, με άλλους προέδρους, που παρεμπιπτόντως χαίρουν κάθε εκτίμησης στη μνήμη μας. Είναι εντελώς ανήθικο αλλά εφικτό. Τα αν θα πετύχει κανείς δεν το ξέρει, ούτε αυτοί που το πυροδότησαν. Προφανώς όμως η ομάδα του Τραμπ και οι δισεκατομμυριούχοι που τον πλαισιώνουν το θεωρούν ως τη μόνη λύση.
Εμείς, θα δούμε τι θα κάνουμε.